Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009


Κατάλαβα ,γνώρισα,μήπως οίδα το Σωκρατικό,η όχι..δεν είναι αυτό το θέμα . Πόση δύναμη πρέπει να βάζει κανείς σε μια χορδή ώστε να ακούγεται σωστή στη νότα της,χωρίς κίνδυνο να σπάσει;Το μάθημα ανατομίας του Rembrandt έχει νομίζω αυτή την ισορροπία,φρικαλέο και γοητευτικό μαζί .Ο Polock πάλι έχει σαφώς επιλέξει την αναστάτωση που δημιουργεί το τυχαίο και το βίαιο. Αυτές οι υπερβάσεις του μέτρου είναι πού βάζουν το αισθητήριο μας σε φάση αντίδρασης. Το πόσο δυνατή θα είναι αυτή είναι καθαρά προσωπική υπόθεση Θέλω μια ζωγραφική μπροστάρη, όχι ταγμένου,καθόλου διακοσμητική,και απολύτως πιστή σε οράματα ιδιωτικά,που να μη την εντάσσει κάποιος κρητικός τέχνης με ευκολία στη τάδε σχολή,αλλά να τον αναγκάζει ίσως στην επινόηση πλακαδερών -πολλές φορές- συμπερασματικών κατατάξεων. Το έργο του καλλιτέχνη βρίθει,αναγεννησιακών αναφορών,ιδωμένο μέσα από το πρίσμα της αγωνίας του 21 αιώνα,όπως αυτός τείνει να μετουσιωθεί σε πραγματικότητα άμεση που αφορά τον εκάστοτε θεατή........

1 σχόλιο:

  1. Νομίζω πως τώρα το θέτετε πιο ξεκάθαρα, μολονότι οι Rembrandt και Pollock δεν οριοθετούν -θεωρητικά- τα άκρα στη ζωγραφική (... τα "πιτσιλίσματα" του Pollock δεν είναι ό,τι πιο ακραίο έχω δει καίτοι κάποια από αυτά, προσωπικά δεν τα θεωρώ καν ζωγραφική, αλλά τέλος πάντων. Ο Francis Bacon, ας πούμε ή οι Schiele και Kokoschka, είναι περισσότερο "σοκαριστικοί"). Η δε αυτοπροσωπογραφία του Chardin, όντως οδηγεί σε "πλακαδερά" συμπεράσματα, αν εννοείτε την ομοιότητα με τα πορτραίτα του Vermeer... :-) ... τα συμπεράσματα όμως, όπως λέτε κι εσείς, έχουν να κάνουν περισσότερο με τον θεατή και τη στιγμή που απολαμβάνει (...ή όχι) αυτήν την οπτική εμπειρία. Κάποιοι είναι σε θέση να διακρίνουν το όραμα ενός δημιουργού, κάποιοι άλλοι όχι... κάποιοι τολμούν να εμβαθύνουν ακόμα και σε ένα έργο που η πλειονότητα το θεωρεί "διακοσμιτικό" και δεν δίνει καμιά σημασία. Προσωπικά, προτιμώ ένα έργο φαινομενικά "ήσυχο" που μπορεί να μου αποκαλυφθεί εν καιρώ, από ένα έργο που "φωνάζει" το νόημά του απ' το πρώτο κοίταγμα.
    Νομίζω επίσης πως, στην ερώτηση "Πόση δύναμη πρέπει να βάζει κανείς σε μια χορδή, ώστε να ακούγεται σωστή στη νότα της, χωρίς κίνδυνο να σπάσει;" βρίσκεται κρυμμένο το κλειδί της σοφής αρμονίας (...δεν εννοώ ακριβώς αυτό που ονομάζουμε "χρυσή τομή") όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και στη ζωή και την καθημερινότητα του καθένα μας. Γιατί όμως, η γνώση της ακριβούς τιμής της δύναμης που σπάει τη χορδή, πρέπει να είναι αποκλειστικά εμπειρική ?
    Η πίεση που μπορεί να δεχτεί ένα συρματόσκοινο ενός χιλιοστού είναι μετρίσιμη... ο χρόνος βρασμού του αυγού της κότας είναι συγκεκριμένος, ασχέτως αν εγώ το προτιμώ μελάτο ή παραβρασμένο. "Έτσι μ' αρέσει" είπε η μαϊμού κι έφαγε το σαπούνι. Εδώ, μοιραία μπαίνει το "θέμα γούστου" που -εμπειρικά- χαλάει κάθε συζήτηση, φευ... :-)
    Επίσης, υπάρχει και η άλλη άποψη, που άρχισε να κερδίζει έδαφος μεταπολεμικά και πλέον φαίνεται να κυριαρχεί στους καλλιτεχνικούς κύκλους, η οποία συνοψίζεται στο παιδιάστικο, για να μην πω παιδαριώδες, "επιτέλους, ας σπάσει η χορδή να δούμε τι θα γίνει". Ξέρω δηλαδή, ότι σε μια δεδομένη τιμή πίεσης, η χορδή θα σπάσει και αποφασίζω να την σπάσω. Και τον ήχο της μάλιστα, τον ονομάζω -έτσι αυθαίρετα- "πρωτοποριακή μουσική", τον συνδέω φιλοσοφικά με το μηδενισμό ή με άλλο κίνημα της μόδας και τον παρουσιάζω στο κοινό ως δημιούργημα του τυχαίου (... έτσι ώστε να μην επιδέχεται και κριτική) μην ξεχνώντας βέβαια, να βάλω την υπογραφή μου από δίπλα, σε περίπτωση που όλο αυτό έχει επιτυχία και μπορεί να μου εξασφαλίσει λεφτουδάκια. Η ψευδαίσθηση του τυχαίου είναι ένα πρώτης τάξεως καμουφλάζ των λανθασμένων επιλογών μας...
    Βλέπετε, οι δοκιμές πάνω σε μια χορδή μπορεί να είναι άπειρες, το ίδιο και οι ήχοι που αυτή μπορεί να παράγει και οι μελωδίες που ο δημιουργός μπορεί να συνθέσει πάνω της. Η σπασμένη χορδή δεν παράγει ήχο... ή μάλλον, παράγει έναν, άπαξ, εντυπωσιακό μολαταύτα και εφετζίδικο... αλλά μετά τι γίνεται ? Γιατί να θέλει να σπάσει τη χορδή κάποιος που μ' αυτήν μπορεί να βγάλει περισσότερους ήχους ? Ή μήπως, δεν μπορεί ? Μήπως τελικά, είναι ανίκανος να δημιουργήσει μουσική και στρέφεται στην ευκολία της παραγωγής ενός στιγμιαίου θορύβου, που όπως είναι φυσικό, εντυπωσιάζει ευκολότερα ένα εξίσου "φυγόπονο" ακροατήριο ? Τι είναι αυτό που μας πείθει ότι έχουν εξαντληθεί οι συνδυασμοί των απαντήσεων και δε μένει άλλο, παρά να σπάσουμε το "γόρδιο δεσμό" του κατεστημένου και να ξαναπιάσουμε το παιχνίδι απ' την αρχή (...θέτοντας παράλληλα τις βάσεις ενός άλλου κατεστημένου)?
    Γιατί φτάσαμε να εκτιμάμε περισσότερο εκείνον που πρώτ' απ' όλα δε σέβεται την ίδια του την τέχνη, με το να καταστρέφει τα εκφραστικά του μέσα και περιφρονούμε τον αφοσιωμένο εργάτη, που παλεύει με τα τάστα να βγάλει την ψυχούλα του, προσέχοντας να μην σπάσει το όργανο που του επιτρέπει να εκφραστεί?

    ΥΓ. Δεν είναι μόνο η υπέρβαση του μέτρου -ως αποτέλεσμα- που βάζει το αισθητήριό μας σε φάση αντίδρασης. Αυτό λειτουργεί και αντιδρά πολύ πιο πριν... από τη σύλληψη του εσωτερικού ερεθίσματος, από τη διαδικασία προσέγγισης του μέσου έκφρασης ακόμα, από την αίσθηση της ολοκλήρωσης κλπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή